Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Συνέντευξη του σκηνοθέτη Πάνου Καρκανεβάτου για τη νέα του ταινία «Όχθες»

- Τι σηματοδοτεί για σένα ο Έβρος (το ποτάμι);

Ένα αρχαίο σύνορο δύο κόσμων.
Ένα σημείο στο χάρτη, όπου σκάνε τα κύματα της ιστορίας.
Η πύλη της Δύσης, για τα κύματα των προσφύγων-μεταναστών.
Ένα άκρο της ελληνικής ενδοχώρας. “Μακρινό”, αλλά αναγνωρίσιμο. Στις όχθες του διασταυρώνονται ήρωες, που κινούνται ακραία, στα όρια. Έρμαια μιας κατάστασης που τους ξεπερνάει. 



Θύτες και θύματα συνυπάρχουν σε έναν αξεδιάλυτο δεσμό.
Θύματα τελικά όλοι της ανάγκης.
Ο κόσμος των συνόρων. Ένας φαντάρος, ο Γιάννης, και μια νέα γυναίκα, η Χρύσα, που δουλεύει στις λαϊκές αγορές και ορισμένα βράδια περνάει τα παιδιά των προσφύγων απ’ το ποτάμι.

Ο Γιάννης κι η Χρύσα - μάρτυρες και συνεργοί ενός δράματος - σηκώνουν στους αδύναμους ώμους τους, το ασήκωτο βάρος, των αδυσώπητων καιρών.

- Τι είναι το ναρκοπέδιο στην ιστορία της ταινίας;

Μια ακραία συνθήκη, ένας τόπος όπου η ζωή είναι φθηνή. Η Πύλη του “Παραδείσου”, που γίνεται πύλη του Άδη.

Είναι ο βασικός τόπος αναφοράς. Ένα παλιό αχαρτογράφητο ναρκοπέδιο, που μια διμοιρία εθελοντών φαντάρων πασχίζει να το καθαρίσει, παίζοντας το κεφάλι τους κορώνα γράμματα. Εκεί βρίσκει το χώρο του ο Γιάννης, σαν εθελοντής ναρκοσυλλέκτης. Ιδιαίτερη φύση, απροσάρμοστος, καλλιτέχνης του επίφοβου, χορευτής μπροστά στο στόμα του Άδη. Πέφτει μέσα στο ναρκοπέδιο “να κάνει κάτι στη σκατοζωή του που να έχει νόημα”, όπως ο ίδιος αναφέρει. Να γίνει φύλακας άγγελος των παιδιών: ο φύλακας στη σίκαλη.

Αψηφά παράτολμα τον θάνατο και μπαινοβγαίνει στον Άδη.

Ένας μακρινός απόηχος υπάρχει σε αυτό, από την αρχική σύλληψη της ταινίας. Στα αρχικά στάδια είχα κατά νου στοιχεία μιας εκδοχής του Ορφέα
και της Ευρυδίκης. Νομίζω εμπεριέχεται ακόμα, σε κάποιο μακρινό επίπεδο, αυτή η ιδέα στην ταινία.

Το ναρκοπέδιο είναι ένα τοπίο που ανασαίνει αυτόνομα.
Ένας τόπος “ρόλος”.
Είναι εκεί όπου συμβαίνουν τα θαύματα.

- Βλέπουμε την Κωνσταντινούπολη ως μια αφετηρία και την Ελλάδα ως προορισμό στις «Όχθες». Ποια είναι για σένα η γέφυρα; Ποιος ο λόγος να μιλήσεις γι’ αυτή τη συγκεκριμένη διαδρομή και χώρο-τοποθέτηση; 

Είναι γνωστό πως ένας από τους κύριους δρόμους των προσφύγων-μεταναστών από την Ασία περνάει από την Τουρκία και την Ελλάδα, με προορισμό την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Αυτό συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Είναι μια πραγματικότητα.

Στην Πόλη και στα παράλια της Μικράς Ασίας, στις ακτές της Βόρειας Αφρικής - και πιο παλιά στο Γιβραλτάρ. Εκεί φτάνουν και από εκεί ξεκινούν το ταξίδι για την Ευρώπη χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες - πρόσφυγες. Ενώ στην ευρύτερη περιοχή δραστηριοποιείται η πολυεθνική μαφία των δουλεμπόρων.

Θεωρώ πως ήταν ενδιαφέρον και απαραίτητο να δούμε την άλλη πλευρά. Η Πόλη είναι αφετηριακό σημείο για βασικούς χαρακτήρες της ιστορίας.

- Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις μια ταινία τόσο μακριά από την Αθήνα και σε αντίξοες συνθήκες;


Πρόκειται για εκστρατεία, για στρατιωτική επιχείρηση στην κυριολεξία. Προϋποθέτει πολύ καλή οργάνωση και ακρίβεια. Μια πολύ απαιτητική και σύνθετη υπόθεση.

Είμαστε ένα κομβόι σε συνεχή μετακίνηση, τρεις μήνες καθημερινά στο δρόμο. Χρειάζεται να έχει κανείς μια καλή ομάδα για να αντεπεξέλθει. Και είχαμε μια εξαιρετική ομάδα συνεργατών. Πήγαν όλα με το «μοιρογνωμόνιο», στην κόψη και για πολύ καιρό.

Πάντα είναι δεκάδες παράμετροι που επηρεάζουν τα πράγματα, συνεχώς και ταυτόχρονα. Αυτή τη φορά είχαμε να αντιμετωπίσουμε και την απίθανη αστάθεια του καιρού. Κυνηγούσαμε το φως καθημερινά. Μια συνεχής δοκιμασία, αλλά με εξαιρετικό αποτέλεσμα στην εικόνα από την άλλη πλευρά.
Τα περισσότερα γυρίσματα έγιναν σε εξωτερικούς χώρους, σε περιοχές των Σερρών, κυρίως στο ποτάμι. Ήμασταν κυριολεκτικά εκτεθειμένοι σε όλα τα στοιχεία της φύσης και ζήσαμε μερικές ακραίες καιρικές συνθήκες. Ύστερα είχαμε τα γυρίσματα στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχαμε μια άριστη συνεργασία με τους Τούρκους συναδέλφους, σε πολύ δύσκολα γυρίσματα.

Νομίζω πως όλη αυτή η περιπέτεια εγγράφεται στο αποτέλεσμα. Είναι ένας παλμός και μια ένταση που διατρέχει υποδόρια την εικόνα.

- Μιλάμε για μια μεγάλη παραγωγή με διεθνείς συμπαραγωγούς και συντελεστές. Πως αντιμετώπισαν οι διεθνείς σου συνεργάτες τη δημιουργία μιας ταινίας στο όριο της Ευρώπης; Πως το αντιμετώπισαν οι συμπαραγωγοί σου;
Τους άρεσε πολύ η ταινία, είναι ευτυχείς με το αποτέλεσμα. Ήταν ένα δικό μου σχέδιο και συντάχθηκαν με αυτό. Δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την υποστήριξη των: Eurimages, Media Programme, Hamburg Film Fund, NDR – ARTE, Ελληνική Δημόσια Τηλεόραση, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, NOVA, Περιφερειακή Ενότητα Σερρών.

Δεν θα ήταν εφικτό να γίνει η ταινία χωρίς απροσμέτρητο πείσμα και την γενναιόδωρη συμπαράσταση ορισμένων ανθρώπων στις Σέρρες, στα πολύ δύσκολα γυρίσματα που είχαμε.

Μου πήρε τέσσερα-πέντε χρόνια μέχρι την ώρα που κάτσαμε με τον Δημήτρη Κατσαϊτη, (Δ/ντη φωτογραφίας) και τον Κινάν Ακάουι, (μοντέρ) να δούμε την πρώτη κόπια, την ταινία τελειωμένη. Αυτή είναι η πιο σημαντική στιγμή για μένα: Η ώρα που το σύννεφο θα έχει πάρει μορφή και η πρώτη στιγμή που το έργο θα βγει να ταξιδέψει στον κόσμο, μοναχό του, με την δική του αυτόνομη υπόσταση.

Είναι η τέταρτη ταινία μου που έγινε σε ένα πλαίσιο συμπαραγωγής. Μου είναι γνώριμη αυτή η συνθήκη, που άλλωστε την επιδιώκω, σαν μια ουσιαστική βάση, για να έχουμε όσο γίνεται καλύτερες προϋποθέσεις παραγωγής. Είναι ένα πολύ πιο σύνθετο πλαίσιο και απαιτεί πολλή ενέργεια και χρόνο. Ένα πολύ απαιτητικό πλαίσιο σε όλα τα επίπεδα.


Επιμέλεια: Νικόλας Αρώνης
Πηγή: zougla.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου