Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

ΓΛΩΣΣΙΚΟΙ ΙΔΙΩΜΑΤΙΣΜΟΙ ΣΙΤΟΧΩΡΙΟΥ 3ο


Π
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
ΠαγούρΑσημένιο μπουκάλιαρχαίαπάγουρος ( πήγνυμι + ουρά)δοχείο νερού στρατιωτ.
Παλάζκουςψεύτικος με τη έννοια του αδύνατου
Παλάντζαζυγαριάενετικήbalanzaζυγαριά παλαιού τύπου με κινούμενο βαρίδι κατά μήκος αριθμημένου άξονα
Παλιούριαθάμνοι με χοντρά κλαδιά και αγκάθιααρχαίαπαλίουρος.οθάμνος κατάλληλος για περίφραξη κήπων
Παλιουρκόπουςδρεπάνι που κόβει παλιούριααρχαίαπαλίουρος+ κόπτω
Παλιουρούτπαλιό ρούχο ή αντικείμενοαρχαία+ σλάβικηπαλιός +ruho
Πάναπανί για καθάρισμα του φούρνουλατινικήpannuw < πάνος <πανίκομμάτι υφάσματος
Παπούδαφασολάδα με λιανά φασόλιααρχαίαπάπποςσπέρμα, είδος οσπρίου
Παρακαμιόολονύκτια συζήτησηαρχαίαπαρα-κάθημαιμετέχω σε συγκέντρωση μαζί με άλλους
Παταριάσφαλιάρατούρκικηbataryaχαστούκι
Πατατούκασακάκιιταλικήpatatuccoκοντός επενδύτης από χοντρό μάλλινο ύφασμα
Πατινάδαγαμήλιος χορόςενετικήmatinadaμαντινάδα
Πατουσιάτα ξύλα που στηρίζουν το πάτωμααρχαίαπάτος >πατώ
Πατούνεςκοντές κάλτσεςαρχαίαπάτος >πατώΠΑΡΑΓ.πατούνα =πέλμα του ποδιού
ΠατσιάςΚεφάλιτούρκικηpacaστομάχι-πόδια. Μεταφ.φαγητό με πόδια και στομάχι ζώου
Πατσίκεφάλι
Πατσιαλίκιαβρακιά
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Παχνίμέρος για την τροφή των ζώωναρχαίαφάτνη >πάθνη >παθνίον >παχνίξύλινη κατασκευή μέσα στην οποία τοποθετείται η τροφή των υποζυγίων
ΠιτμέζΠολύ γλυκόςτούρκικηpekmezπετιμέζι = πυκνόρευστο υγρό σαν μέλι που γίνεται με βράσιμο του μούστου
Πλάλατρέχααρχαίαεπί-λαλώ ή από-λαλώτρέχω γρήγορα
Πηρόνπηρούνιαρχαίαπερόνη > περόν-ιον
Πιδούδαγόριαρχαίαπαίς >παιδ-ίον
Πινακωτήσκάφη ξύλινη με θέσεις για ψωμιάαρχαίαπίναξ,-ακος
Πινιβρέκιαπαντελόνιαλατινικήbini +bracaφαρδύ εσώρουχο με δύο σκέλι
Πισκέςδώροτούρκικηpeskesπεσκέσι
Πισκιρντάωκαταβρέχωτούρκικηpeskirπροσόψι
Πιτνάρκόκκοραςαρχαίαπέτομαι > πετεινόςΥΠΟΚΟΡ. πετεινάρι
Πίτσκουμικρό παιδί (λέγεται κοροϊδευτικά)τούρκικηpicνόθος, ελαττωματικός
Πκάμσουπουκάμισοαρχαία +λατινικήυπο- κάμισον = camisiaεσωτερικό, συνήθως, αλλά όχι πάντοτε ρούχο
Πλάδακόταλατινικήpullus > μεταγ. ΠουλλίονΠΑΡΑΓ. πουλάδα
Πλαλώτρέχωαρχαίαπ+λαλέω-ώστόμα + λέω,μιλάω (λάλον ύδωρ= τρεχούμενο νερό)
Πλαρούδμικρό γαϊδούριαρχαίαπώλος >πωλ-άριοννεαρό άλογο,γαϊδούρι
Πλασταριάτο εργαλείο με το οποίο γύριζαν την πίτααρχαίαπλάσσω > πλάσιςπλαστήρι =η κυλινδρική ράβδος με την οποία ανοίγεται το φύλλο
Πλαστόψωμίαρχαίαπλάσσω > πλάσιςτο δημιούργημα του πλάθω
Πλατσουκωτόπλακωτόαρχαίαπλατύνω <πλατύς
Πληθιάτούβλα από λάσπηαρχαίαπλίνθος,ηΥΠΟΚΟΡ.πλιθί
Πλιπουλίλατινικήpullus > μεταγ. Πουλλίον
Πλιάπιάαρχαίαπλέον,πληθ. πλέα
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Πλιατσανίζωπιτσιλάω
Πλόκξύλινος τοίχος που χωρίζει το σπίτι σε δωμάτιααγγλικήblockξύλινος σύνδεσμος
Πλουκόςφράχτηςιταλικήbloccoπερικύκλωση
Πλουμίδιαστολίδιαλατινικήplumaκέντημα, στολίδι
Πνάκξύλινο πιατάκιαρχαίαπίναξ,-ακοςΠΑΡΑΓ.πινάκιο =πιάτο φαγητού
Ποδιάάνοιγμα του φούρνουαρχαίαποδείονπερίζωμα
Ποδοπάνπανί που τύλιγαν τα πόδιααρχαία +λατινικήπούς ,ποδ-ός > πόδιον+ pannus
Πότκαςποντικόςαρχαίαπόντος=ανοιχτή θάλασσα, πέλαγοΠΑΡΑΓ.ποντικός (από το ποντικός μύς=ποντίκι των καραβιών)= πόντικας
πουλίτκαχρυσάνθεμα
Πουλίτσαειδικό ράφι ενσωματωμένο στον τοίχο για τα ψωμιά
Πουρνάριααγκαθωτοί θάμνοιαρχαίαπρίνος > πριν-άριονόνομα διαφόρων ειδών της δρυός
Πουρνόπρωιαρχαίαπρωΐ,πρώ < πρόΠΑΡΑΓ. πρωινός,ή,ό
Πούρτσιους & προύτσιουςΤράγος
Πρήσκαφούσκωσααρχαίαπρήθωπρήσκω αόρ.έπρηξα =φούσκωσα
Προυσκέφαλουμαξιλάριαρχαίαπρος +κεφαλήυποστήριγμα του κεφαλιού στον ύπνο
Προυσλιάδπροσήλιοαρχαίαπρος+ήλιος
Προυχείμφθινόπωροαρχαίαπρο +χειμώνπριν από τον χειμώνα
Πυράφωτιάαρχαίαπυρ,πυρός,το πληθ.πυρά, τα
Πυρωστιάσιδερένιο στύριγμα της κατσαρόλας με τρία πόδιααρχαίαπυρ,πυρός,το + εστία
Ρ
Ρακίούζοτούρκικηrakiείδος ούζου
Ράμακλωστήαρχαίαράπτω
Ρουσφαλίκκαταστροφή
Ρουχοθέςπαπλωμοθήκησλάβικη +αρχαίαruho +θέσις <τίθημιθέση ρούχου
Σ
Σαΐταεξάρτημα αργαλειούλατινικήsaggitaβέλος
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Σακούλασχολική τσάντααρχαίασακ(κ)οςΠΑΡΑΓ. σακούλα =μικρόςσάκος από πανί ή χαρτί
Σαλάμκουςπαχύς ,εύρρωστοςιταλικήsalameείδος χοντρού λουκάνικου
Σαλτανάτεπίδειξη, καμάρι
Σαμάρσέλα γαϊδάρουαρχαίασάγμα > σαγμάριον > σαμάρι(ν)
Σαούλνήμα στάθμηςτούρκικηsakul
Σαουσχτώκρύβομαι
Σαουχτσίστσισκορπιστείτε,κρυφτείτε
Σαράιψηλή βεράντατούρκικηsarayπαλάτι
Σαρίκιαβέργες για το στέγνωμα του καπνούαρχαία ή τούρκικηκαισαρίκι(ον) ή sarik
ΣαρμανίτσαΞύλινη κούνια για μωράκουτσοβλαχ.sarmanitsaλίκνο,κούνια μωρού
Σαχάνπιάτοτούρκικηsahanμικρό τηγάνι με δύο λαβές
ΣεβνταλήςμερακλήςτούρκικηsevdaΠΑΡΑΓ. Σεβνταλής = διαρκώς ερωτευμένος
Σεκλέτ(ι)στεναχώρια,καημόςτούρκικηsiklet
Σεκούρτσασε+κούρτσα=σε ερέθισαιταλικήcorda<χορδήκουρδίζω =ερεθίζω
Σιαδώπρος τα εδώ
Σιαδώθπρος τα εδώ κοντά
Σιάϊκακαρφί
Σιακάτπρος τα κάτωαρχαίαωσάν+κάτωσαν χάμω
Σιακείπρος τα εκεί
Σιακείθεπρος τα εκεί
Σιάλκασκόλπερσικήschalκάλυμμα των γυναικείων ώμων από τετραγωνικό κομμάτι υφάσματος
Σιαλβάρφαρδιά γυναικεία βράκατούρκικηsalvarφαρδύ παντελόνι Ασιατών, είδος βράκας
Σιαλβαριαμούδφαρδύ πάνινο ύφασμα που έδεναν στη μέσητούρκικηsalvarΥΠΟΚΟΡ. σαλβαρούδι
Σιαματάςφασαρίατούρκικηsamataσαματάς
Σιαμέσαπρος τα μέσα
Σιαμούδτσεμπέρι ή κασκόλι που φοράνε οι γριές στο κεφάλι
Σιαντραβάνσυντριβάνιτούρκικηsadirvan
Σιαπάνπρος τα επάνωαρχαίαωσάν+πάνωσαν επάνω
Σιαπέραπρος τα πέρα
Σιασίρτσαμπερδέυτηκα,κοροϊδευτικά δε σε λογάριασατούρκικηsastimσαστίζω
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Σιασίτείδος
Σιαψάλουανόητηαρχαίασήψις>σάψαλο
ΣιαψάλςπολυλογάςαρχαίαΣήψις>σάψαλος
Σιδιργκούδγουδίαρχαίασίδηρος
Σιμπράκαλαδιάφορα αντικείμενααρχαίασυν+πράσσω ή πράττω
Σινίμεγάλο ταψίτούρκικηsiniμεγάλο στρογγυλό χάλκινο ταψί
Σιντζίμγερή κλωστή
Σιντούκμπαούλοτούρκικηsandikσεντούκι
Σιντρόφβρακί,κυλότααρχαίασύντροφος,-ον < συν-τρέφωσυντρόφι = ο υμένας που καλύπτει το έμβρυο
Σιόλαφιλτζάνα
Σιουπούδσωλανάκι που μπαίνει στο ποτηστήρι
Σιρμπέτζαχαρονέριτούρκικηserbetζαχαρούχο, παχύρρευστο, αρωματικό ποτό
Σκαμνίμικρό κάθισμαλατινικήskamnumαπλό κάθισμα από ξύλο
Σκαμπάζωγνωρίζωαρχαίασκαμβόςκαταλαβαίνω
Σκαρδιτσούδμικρό πουλάκι
ΣκεβρόςΖαρωμένοςαρχαίασκευάριον< σκεύοςάψυχο αντικείμενο
Σκέπλεπτό μαντήλι του κεφαλιού που φορούσαν συνήθως οι γερακίνεςαρχαίασκέπωΠΑΡΑΓ.σκέπη = κάλυμμα της κεφαλής γυναικών του χωριού
ΣκλίσκυλίαρχαίασκύλαξΠΑΠΑΓ.σκυλί
Σκρόπιασκορπισμένααρχαίασκορπίζω από το σκορπίος με την έννοια του εκτοξευτή
ΣλιάφΘήκη για πιστόλια και χρήματατούρκικηsilahσελάχι,σιλάχι =δερμάτινη ζώνη
Σμάδίπλα,συνήθως με την έκφραση -σμά-κοντά δηλώνεται το μακρινόαρχαίασιμόςκοντά
Σμούχριαδειλινόαρχαίαμορυχόςσκοταδερός, αμαυρός
ΣμούχριασεισκοτείνιασεαρχαίαμορυχόςΠΑΡΑΓ. μουχρώνει = σκοτεινιάζει
Σμπουρίζωβγάζω κραυγή, μιλάω αγανακτισμένααρχαία;γύρος<γυρόςγυρεύω
ΣογιάςΜαχαίρισουγιάςκονδυλομάχαιρο
Σόϊσυγγενολόιτούρκικηsoy
Σουκάκστενό δρομάκιτούρκικηsokak
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Σόμπουρουςσυζήτηση από ομάδα γυναικών με στόχο το κουτσομπολιό
Σοσόνιακαλτσάκια για μωρά πλεγμένα στο χέριγαλλικήchaussonκοντή γυναικεία κάλτσα
Σουπιέραβαθύ πιάτοιταλικήzuppiera πλατύ και βαθύ σκεύος από το οποίο σερβίρεται η σούπα
Σούρπιτουςγρήγορος
ΣουρτούκουΓυρίστρατούρκικηsurtuk
Σοφραδάκτραπεζάκι χαμηλό τούρκικηsofra
Σοφράςστρογγυλό χαμηλό τραπέζιτούρκικηsofraχαμηλό στρογγυλό τραπέζι
Σπουριάμέτρο για στρεμμ. έκτασηαρχαίασπόροςη λωρίδα γης που καλύπτει ο σπορέας
Στέρναδεξαμενήλατινικήcisterna
Στερνόςτελευταίοςαρχαίαύστερος < υστερ-ινόςέσχατος
ΣτραγκάνΚαπέλο από βελούδοτατάρικηρωσ.πόλη αστραχάνγουναρικό απο νεογενν. πρόβατα
Στραπάτσαχάλια, άνω κάτωιταλικήstrapazzoζημιά,φθορά
Στραπατσάδααυγά με τυρίιταλικήuovo = αυγό + strappazate < strapazzare =κακομεταχειρίζομαιφαγητό με αυγά,ντομάτα και τυρί
Στράταδρόμοςλατινικήstrata
Στραφτουμαχούναστράφτουναρχαίααστράφτω + μάχομαι
Σφιντίλξύλο που γυρίζει το αδράχτι όταν κλώθειαρχαίασφόνδυλος ή σπόνδυλοςο σπόνδυλος του αδραχτιού της ρόκας
Σφόρασπάγγος
Σιαώξουπρος τα έξω
Τα
Ταβάςριχή κατσαρόλα με αυτιάτούρκικηtavaστρογγυλό ρηχό ταψί
Τάβλαείδος τραπεζομάντηλουλατινικήtabulaτραπέζι
Ταϊφάςοικογένειατούρκικηtaifeοικογένεια,φυλή
ΤαμπακέλαΚαθρεφτάκι
Ταπ κασίτο ίδιο ακριβώς, όμοιο
Τάταςπατέραςβουλγάρικηtatoνηπιακή λέξη για τον πατέρα
Ταχιάαύριοαρχαίαταχύς,-εία, -ύΠΑΡΑΓ.επίρρ. Ταχί και ταχιά
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Ταχτάςυποδιαίρεση καπνοφυτετευμένης έκτασης ή και μέρος του καπνοσπορείουτούρκικηtahtaπρασιά
Τέταθεία
Τιφαρίκσκέρτσοτούρκικηtefarikπράγμα εκλεκτό και περιζήτητο
Τζαγκαρώνωπιάνω κάτι γερά, αγκυρώνωαρχαίατσαγκάριος < τσαγγα = είδος παπουτσιούπιάνω κάτι γερά όπως ο τσαγκάρης
Τζγάντηγάνι ,αλλά μεταφορικά και ο πολύ μαύρος
Τζέτζιρςκατσαρόλατούρκικηtencereτέ(ν)τζερης
Τζιαμπάζοςμεσσάζων για αγοραπωλησία ζώουτούρκικηcambazζωέμπορος
Τζιαναμπέτηςπονηρόςτούρκικηcenabetκακότροπος
Τζιγκουλιάνςπαλιόπαιδοτούρκικηcoglanτσογλάνι = ελληνόπουλο στην υπηρεσία του παλατιού στην Τουρκία
Τζιέρσυκώτιτούρκικηciger
ΤζιέριμΣπλάχνο μουτούρκικηcigerσυκώτι
Τζιούσκουςμονοκόματος
Τζιριμετώκαταστρέφωτούρκικηceremeτζερεμές= άδικη ζημιά
Τζουγκράναγεωργικό εργαλείοελληνικήαπό το ηχοποίητο γρατσουνώ
Τζούρτζουλαβερύκοκατούρκικηzerdali ,zerdeliζέρζελο = μικρό καΐσι
Τζουρτζουλιάβερυκοκιάτούρκικηzerdali ,zerdeliΠΑΡΑΓ.ζερζελιά
Τιμαρεύωβολεύω, κρύβω, ταχτοποιώ
Τιρλίκιαμικρά καλτσάκιατούρκικηterlikπαντόφλα από μαλλί ή χοντρό ύφασμα σε σχήμα κάλτσας
Τουλούμπροβιά ζώου επεξεργασμένη. Χρησιμοποιείται για αποθήκευση λαδιού και ωρίμανση τυριού μυζήθραςτούρκικηtulumασκός,ασκί
Τουλούμπαπαπούτσι,γλυκό ,αντλία που βγάζουν νερότούρκικηtulumbaτρόμπα,αντλία
Τουμρούκ Ξύλοαρχαίατορεύω<τείρω;κατεργάζομαι ξύλο
Τραγιάσκακαπέλορουμάνικηtraiasca!ζήτω!,είδος κασκέτου
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Τράμπααλλαγή είδους με είδοςτούρκικηtrampaανταλλαγή ζώου ή άλλου εμπορεύματος
Τρανήμεγάληαρχαίατρανός <τρανήςμεγάλος σε όγκο ή ηλικία, σπουδαίος σε αξία ή δύναμη
Τράχωμαπροίκα σε χρήμα
ΤριτάφιαλοςΧαζόςαρχαίατρεις>τρίτος+ α+φυής
Τριχιάσκοινίαρχαίαθρίξ,τριχόςτρίχινο σκοινί
Τρόκναμια τρύπα στο πίσω μέρος του φούρνου
Τσαγιέρατσαϊρόρώσικηtsai
Τσάκαζακέταιταλικήgiaccaχοντρό γυναικείο σακάκι
Τσακιρμάςξύλο με το οποίο έπαιζαν ταπαιδιά
Τσιακμάκαναπτήρας,μεταφορ. έξυπνοςτούρκικηcakmakκομμάτι από χάλυβα που προστίβεται σε πυριτόλιθο και παράγει σπινθήρα
ΤσαμαντάνΓιλέκο που φορούσαν οι γυναίκες
Τσαπερδόνακοπέλα ζωηρήαρχαίααρπεδόνημικρό,ζωηρό, πανέξυπνο κορίτσι
Τσατσάραχτένα που έξειναν τα ζώαενετικήzazzaraχοντρό χτένι
Τζβίκιατσιμπούριατούρκικηciviκαρφί
Τζγάπσειρά,(τι τσγάπ να δώσω), τακτοποίημα
ΤσιπκένΓιλέκο που φορούσαν οι τσολιάδες
Τσιαγνίζωγαυγίζω,μεταφορ. χρησιμοποιούνταν για τους καυγατζήδεςαρχαίαταγγόςδύστροπος, δύσκολος. ΠΑΡΑΓ. τσαγγίζω
Τσιαϊρότσαγιέραρώσικηtsaiτσαγερό
Τσιακίρκουςπαρδαλόςτούρκικηcakirγαλανομάτης
Τσιαλπαρούδιακουμπώματα σε λουριά
Τσιαμπαρλάκκυβίστηση, κολοτούμπατούρκικηdumbelekτουμπερ(λέ)κι
Τσιανάκπιάτοτούρκικηcanakπήλινο πιάτο
Τσιαντίλαπάνινο στραγγιστήρι που στράγγιζαν γάλα για να το κάνουν τυρίσλάβικηtsedilo
Τσιαντίραντίσκοινοτούρκικηcadirσκηνή, τέντα
Τσιαρβούλιαπαπούτσια φτιαγμένα από δέρμα χοίρουαραβική zarbulτσαρούχι
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Τσιαρντάκκιόσκιτούρκικηcardakπρόχειρη καλύβα από κλαδιά
Τσιγκρίκεργαλείο που μάζευαν το μαλίτούρκικηcikrikείδος διπλής ρόκας
Τσιϊνεςαυτός που ερίζει χωρίς λόγο,θύμωμααρχαίατινάσσωαγριεύω, δυστροπώ
Τσικμέςπριόνι χεριού
Τσικούδσουγιάςτούρκικηcakiτσακάς
Τσίμπλαέκκριμα ματιώναρχαίασιφαλός,σιφλός =μύωψ,τυφλόςείδος ακαθαρσίας, εκκρίματος που συγκεντρώνεται κατω από το βλέφαρο
Τσιντώνωτεντώνωαρχαίατιταίνω + τεντώνω
Τσιουκουρτζιούμια & τσικουρτζιούμιαθυμωνιές από 13 δεμάτια
Τσιούλιαπανιά για δεματοποίηση του καπνούτούρκικηculκουρέλι, ράκος
Τσιουμάκξύλο
Τσιουμπίδμασιάαρχαίατσιμπώ( το δεύτερο μέρος της λέξης ανάγεται στο αρχ.εμπίς,-ίδος= είδος κουνουπιού
Τσιουράπκάλτσα μάλινητούρκικηcorapτσουράπι
Τσιουρμπάςείδος φαγητού φτωχού σπιτικού, μεταφορ. Κακοφτιαγμένο φαγητότούρκικηcorbaσούπα, ανακάτωμα
Τσιουτσιουλτάς- τσιουτσιουλίτςκορυδαλλός
Τσιουτσούλαμικρό λοφίο
Τσισμέςβρύσητούρκικηcesmeπηγή, βρύση
Τσίτιαστοίβες από άχυρατούρκικηcitaτο οριζόντιο ξύλινο δοκάρι της οροφής,μεταφ.θυμωνιά
Τσιγνέκσαγόνι
ΤσκάλΠοτήριιταλικήzuccaπηλινη χύτρα ,τσουκάλι
Τσκούρατσεκούριλατινικήsecurisπέλεκυς
Τσουβάλσακίτούρκικηcuvalσακί από λινάτσα
ΤσιουκάνΣφυρίαρχαίατυκάνητσουκάνι = κουδούνι προβάτων
ΤσουκάλΚατσαρόλαιταλικήzucca
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Υ
Υπουτώραπρωτύτερααρχαίαυπό + τώραυποκάτω από τωρα
Φ
Τραβηχτάηνία
Φανάρκρεμαστό ντουλάπι με σίτααρχαίαφαίνω > φανερόςφανός, φανάρι
Φάξα"καινό δαιμόνιο"
Φιλίφέτα ψωμιούλατινικήofella
Φιλτζάνφλιτζάνιτούρκικηfilcanφλι(ν)τζάνι
Φτυάρφτυάριαρχαίαπτύον>πτυάριον
Φόρτουμασκοινί
ΦουκάλΣκούπααρχαίαφιλοκαλώφροκαλώ, φροκαλίζω. ΠΑΡΑΓ. φροκάλι
Φουκαλίζωσκουπίζωαρχαίαφιλοκαλώφροκαλίζω, φροκαλώ
Φούντασκούπα από το βουνό, κάποιο ψηλό σημείο του βουνούλατινικήfundaανθισμένο κλαδί
Φουρκάλσκούπαλατινικήfurcaπάσσαλος, παλούκι διχαλωτό
Φουρνόφτιαροφτυάρι του φούρνουλατινική +αρχαίαfornus +πτύον > πτυάριον
Φουρνοχάϊατουυπόστεγο με φούρνολατινική +τούρκικηfornus +hayat
Φουφούμαγκάλιτούρκικηfufu
ΦρούταΤο άσπρο ,μακρύ μανίκι που φορούσαν οι τσολιάδες
Φταζμίτκοψωμί φτιαγμένο με αλεύρι ρεβυθιού
Χ
Χαβάνειδικό εργαλείο που κόβουν τον καπνότούρκικηhavanμικρό ορειχάλκινο γουδί
Χαβάςσκοπός,μελωδία τραγουδιούτούρκικηhavaεπαλαμβανόμενο μοτίβο,επιμένει στα ίδια
Χαγιάτκάτω μέρος του σπιτιού που ήταν ανοιχτότούρκικηhayatεσωτερικόςυπόστεγος διάδρομος
Χαϊβάνζώοτούρκικηhayvanζώο,βλάκας
Χαλέβωγυρεύωαρχαίαχαλή= ψάχνωχαλεύω
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Χαμούτιαδερμάτινο εξάρτημα γεμάτο με χόρτο που έμπαινε στο λαιμό του ζώου ,πάνω στο οποίο προσαρμόζονταν τα φαβηχτάρουμάνικηhamχάμουρα= εξαρτήματα της σαγής του αλόγου
Χαμπάρπαίρνω χαμπάρ= καταλαβαίνωτούρκικηhaberπαίρνω είδηση
Χαμπέρνέοτούρκικηhaberείδηση
ΧαντάκιΠεζούλιαραβ. χανδαξχάνδαξ> χανδάκιονμικρή τάφρος
Χαραήαυγήαρχαίαχαράσσωχαραγή, χάραγμα
Χαράμβλαστημιά (να μη σου βγεί σε καλό)τούρκικηharamεπιρρ.άδικα, ανώφελα
Χαρανήχωματένια κατσαρόλατούρκικηhereniπλατιά και ρηχή κατσαρόλα
Χαρέμμεγάλο τσουβάλιτούρκικηharemπλήθος γυναικών
Χάρτζιακέφιααρχαίαχαιρωχαρά
Χασίλδημητριακο πριν βγάλει στάχυα,προοριζόταν για πρώιμη (χειμωνιάτικη ) τροφή των κοπαδιώντούρκικηhasilείδος αιγυπτιακού βαμβακιού
Χασλαμάςφυτώριο καπνού
Χασμίσσταφυδοστράγαλα
Χειρόνλαδύο πέτρες με τις οποίες έτριβαν το σιτάρι για να γίνει μπλιγκούριαρχαίαχείρ,χειρός +
Χειρότια Γάντιααρχαίαχειρ+αρτάριονχειρόκτια
Χίρκαζακέτα
Χλαπανίζωτρώγω με λαιμαργία
Χλιάρκουτάλιαρχαίακοχλιάριον < κοχλίαςχουλιάρι
Χλιάρακουτάλα φαγητούαρχαίακοχλιάριον < κοχλίας
Χνέρλαδιά, λαχτάρατούρκικηhunerπάθημα,τιμωρία
Χουβόλστάχτηενετικήfogoloχόβολη < φόγολη = θερμή στάχτη
Χούικακιά συνήθειατούρκικηhuy
Χουιάζω Φωνάζωσλάβικηhujatiχουγιάζω,αχουγιάζω
Χραπατάωσκαλίζω κάτι με τα χέρια κάνοντας θόρυβο
Χρείατουαλέτα,μεταφορ. ο αθυρόστομοςαρχαίαχρεία < χρήανάγκη
Χρέμκουβέρτατούρκικηinhramμάλλινο κροσσωτό κλινοσκέπασμα
ΛέξηΤοπική ερμηνείαΠροέλευσηΕτυμολογίαΑχική σημασία - Παράγωγα
Χριμπούλπαλιά σκεύη, πέτρινα ή χαλκινα ,που τα γέμιζαν νερό για τις κότες
Χρίναςβρισιά που λέγεται για να μειώσουμε κάποιον ( υπάρχει μόνο στο αρσενικό) = λιγόμυαλος, χυδαιολόγος
Χρώασπρίζωαρχαίαχρώζω ,χρώννυμι
Χτένεξάρτημα αργαλειούαρχαίακτείς ,κτενός > κτένιονεργαλείο με πυκνή σειρά δοντιών
Χτικιάρςφυματικόςαρχαίαεκτικήχτικιάρης
Χτικιόφυματίωσηαρχαίαεκτική
Χωρατόαστείοαρχαίαχώρα
Ψ
Ψικομάδα κόσμου, πομπήλατινικήobseguiumσυνοδεία,γαμήλια πομπή
Ψώραμεράκιαρχαίαψώρος < ψάωπαρασιτική και μεταδοτική αρρώστια του δέρματος του ανθρώπων και ζώων
Ω
Ωρτάρεκάλτσες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου